Ην γαρ ποτέ χρόνος ότε …(ή, αλλιώς, Μια φορά κι έναν καιρό …). Με την ευκαιρία της 8ης Νοεμβρίου που είναι μπροστά μας, θα αναφερθώ σε μιαν “υμνογραφία” για την πόλη του Αιγίου, που δημοσίευσε στην

Από τη στήλη “Εγώ σου λέω τον πόνο μου,
κι εσύ μου γράφεις «γράψ΄ τα», στην εφημερίδα “ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ”
προαναφερθείσα ημερομηνία η αθηναϊκή εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ το μακρινό έτος 1894, δηλ. πριν ακριβώς από 11 ντουζίνες χρόνια (11Χ12=132+1894=2026). Ας σημειώσουμε ότι η ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ είχε αρχίσει τη λειτουργία της μιαν εντεκαετία ενωρίτερα (1883), από τον Βλάση Γαβριηλίδη, και αποτέλεσαν τόσο ο “γενάρχης” όσο και η “γέννα” του σταθμό στην ελληνική δημοσιογραφία.
Ας θυμηθούμε ακόμα ότι στα 1894 βρισκόμασταν σε μιαν από τις πιο βασανιστικές περιόδους για τη χώρα, καθώς έναν χρόνο πρωτύτερα είχε προηγηθεί η χρεωκοπία της Ελλάδας (μία από τις πολλές, αλλά και η πιο “επώνυμη”, λόγω της θρυλούμενης ρήσης από τον Χαρ. Τρικούπη «δυστυχώς, επτωχεύσαμεν»), και – ενός κακού δοθέντος και δρυός πεσούσης – ακολούθησαν η εθνική ταπείνωση του 1897 (η “ήττα της ντροπής” στον σύντομο ελληνοτουρκικό πόλεμο), η λαϊκή απόγνωση, η αγωνία για τα επόμενα, οι πολιτικοί κραδασμοί και τα συνεπόμενα.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, της συλλογικής απόγνωσης, η ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, η “ναυαρχίδα” του ελληνικού Τύπου, στο φύλλο της 8ης Νοεμβρίου 1894 θρηνεί για την κατάντια της χώρας μας, και επικαλείται τη φτώχεια, την πείνα, τις γιγαντιαίες δυσχέρειες, τα παράπονα και τις αντιδράσεις από τους Έλληνες. Όλα είναι μαύρα, σβηστά, κατάμαυρα. Το γενικό περίγραμμα παραπέμπει στο «μη χειρότερα». Και – ω, του θαύματος – στην εξόδιο παράγραφο, λες κι ανάβει ένα φως μέσα στα τρισκόταδα, πέφτει ο δημοσιογραφικός φακός πάνω στο Αίγιο.
Ας απολαύσουμε το απόσπασμα: «Στον αντίποδα, όμως, με όσα ισχύουν για τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, στέκεται το Αίγιον, πλούσιον, εύσαρκες, με κοινωνικήν κίνησιν, με εμπορικήν κίνησιν, εύθυμον, ευχαριστημένον, ενθουσιασμένον. Προσθέσατε δε εις όλα αυτά ότι πρόκειται διά πόλιν ωραίαν, πόλιν κομψήν, απαστράπτουσαν από ευπρεπισμόν, με τας πρασινάδας της και τας πλατείας της και τας δενδροστοιχίας της, με τα παλάτια της (σημείωση δική μου: εννοεί το πλήθος των νεοκλασικών), την ευμάρειάν της, την από του οροπεδίου όπου βρίσκεται τερπνοτάτην άποψίν του, κι έχετε τον μοναδικόν ίσως – εν σχέσει προς την οικονομικήν καχεξίαν όλων των άλλων πόλεων της Ελλάδος – τόπον, όστις δεν αισθάνεται διόλου, ή σχεδόν διόλου, την οικονομικήν παράλυσιν εις την οποίαν παραδέρνεται το κράτος όλον»!!! Δεν είναι απίθανο; Δεν είναι θεσπέσιο; Κι αυτά δεν τα λέει ένας επισκέπτης που μας κολακεύει για τη φιλοξενία μας, ούτε πρόκειται για μια συγκυριακή ωραιοποίηση, αλλά υπογράφονται από τον κορυφαίο δημοσιογραφικό οργανισμό, και προϋποθέτουν ρεπορτάζ, έρευνα, σχολαστική γνώση της ελληνικής πραγματικότητας και υψηλό βαθμό “υποκειμενικής αντικειμενικότητας” ή “αντικειμενικής υποκειμενικότητας”.
Το απόσπασμα από τη δημοσίευση της ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ το άντλησα από τη μεταπτυχιακή εργασία της αιγιώτισσας ιστορικού – φιλολόγου, κυρίας Χριστίνας Α. Κούκου, με τον τίτλο «Μικρασιάτες πρόσφυγες στο Αίγιο», σημαντική μονογραφία για την ιστορική τομή του 1922, και της οφείλουμε προς τούτο χάριτας. Τώρα, αν θελήσουμε να παραβάλουμε – συγκρίνουμε το “τότε” του Αιγίου και το “τώρα”, την απόφανση – διάγνωση μας την προσφέρει έτοιμη ο “διονυσιακός” ποιητής Κώστας Βάρναλης: «Αχ, που ’σαι, νιότη, που ’δειχνες / πως θα γινόμουν άλλος!». Περαστικά μας!





















