Η ανάγκη να κατανοήσουµε τις αλλαγές που συµβαίνουν σήµερα στην πόλη, επιβάλλει να στρέψουµε το βλέµµα προς τα πίσω και να αναζητήσουµε το παρελθόν της, ώστε να µπορέσουµε να οραµατιστούµε το µέλλον της.
Μια πόλη δεν είναι µόνο τα κτίρια, τα µνηµεία και η ιστορία της. Είναι κυρίως οι άνθρωποί της και ο τρόπος µε τον οποίο ζουν, επικοινωνούν και συναντιούνται.
Πώς ήταν άραγε η ζωή στο Αίγιο του χθες;
Ήταν άραγε το Αίγιο κάποτε περισσότερο πόλη του περιπάτου και της συνάντησης απ› ό, τι είναι σήµερα; Ήταν µία πόλη πιο ανοιχτή και πιο ανθρώπινη;
Το χθες
Η εικόνα του παλιού Αιγίου ταυτίζεται µε την εποχή στην οποία τα αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα και οι δρόµοι ανήκαν κυρίως στους πεζούς. Τα παιδιά έπαιζαν στις γειτονιές, οι φίλοι συναντιούνταν καθηµερινά και οι περισσότεροι κάτοικοι εξυπηρετούσαν όλες σχεδόν τις ανάγκες τους χωρίς να αποµακρύνονται από το κέντρο της πόλης.
Το 1969 ο Κωνσταντίνος Σαρακίνης, κάτοικος της οδού Αιγιαλέως, απέκτησε αυτοκίνητο. Για µεγάλο διάστηµα ήταν το µοναδικό αυτοκίνητο στην ευρύτερη περιοχή του ΠΙΚΠΑ το οποίο πάρκαρε όχι όπου έβρισκε αλλά όπου ήθελε. Τρία χρόνια αργότερα ακολούθησε ο δικηγόρος Λεωνίδας Γκόφας κάτοικος και αυτός της οδού Αιγιαλέως, που επίσης µπορούσε να σταθµεύει το αυτοκίνητό του οπουδήποτε. Τότε οι χώροι στάθµευσης δεν αποτελούσαν πρόβληµα. Μέσα σε µία δεκαετία όµως η εικόνα αυτή άλλαξε ριζικά.
Την εποχή εκείνη οι Αιγιώτες δεν χρησιµοποιούσαν συχνά αυτοκίνητο, όχι µόνο επειδή ήταν λίγοι όσοι διέθεταν, αλλά και επειδή δεν το χρειάζονταν γιατί για όλες τις εµπορικές και κοινωνικές δραστηριότητες δεν ήταν υποχρεωµένος να αποµακρυνθεί κανείς από την πόλη.
Κάθε δρόµος είχε τη δική του εµπορική ταυτότητα. Η Ερµού για παράδειγµα, ήταν γνωστή για τα εργαστήρια µεταλλουργίας όπου εύρισκε κανείς κάθε είδους χρηστικό οικιακό αντικείµενο και η Ανδρέου Λόντου για τα καταστήµατα ένδυσης. Τις ηµέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στο δρόµο αυτό κάθε µέρα έως αργά το βράδυ στηνόταν γραφικό πανηγύρι που ξεχείλιζε από τη ζωντάνια του κόσµου που περνούσε, διάλεγε και αγόραζε τα εµπορεύµατα που οι καταστηµατάρχες αράδιαζαν σε αυτοσχέδιους ξύλινους πάγκους καταµεσής του δρόµου.
Το καλοκαίρι ο κόσµος δεν αποµακρυνόταν από την πόλη, παρά κατέβαινε µε το αστικό για µπάνιο στου Άνθη, στον Αι Νικολάκη και στην Αλυκή.
Ζωντανή ήταν και η ψυχαγωγική ζωή. Οι κινηµατογράφοι συγκέντρωναν πλήθη θεατών και αποτελούσαν αγαπηµένο προορισµό µικρών και µεγάλων. Η έξοδος στην πόλη ήταν αναπόσπαστο κοµµάτι της καθηµερινότητας και οι κοινωνικές επαφές αναπτύσσονταν φυσικά στους δρόµους, στις πλατείες και στα καταστήµατα.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η εικόνα αυτή µεταβλήθηκε σταδιακά. Το αυτοκίνητο µπήκε σχεδόν σε κάθε οικογένεια, οι µετακινήσεις προς τις εξοχές και τις παραλίες έγιναν ευκολότερες και η πόλη άρχισε να επεκτείνεται. Παράλληλα, η τηλεόραση µπήκε σε κάθε σπίτι, µεταφέροντας την ψυχαγωγία στον κλειστό χώρο της οικογένειας. Οι νέες µορφές ψυχαγωγίας κράτησαν όλο και περισσότερους ανθρώπους µέσα στο σπίτι περιορίζοντας τη ζωντάνια που χαρακτήριζε κάποτε τους δρόµους και τους παραδοσιακούς χώρους συνάντησης.
Οι χοροί και πολλές από τις κοινωνικές συνήθειες που έδιναν παλµό στην πόλη άρχισαν σταδιακά να υποχωρούν. Οι κινηµατογράφοι ο ένας µετά τον άλλο έκλεισαν και άλλαξαν χρήση.
Οι Αιγιώτες έβγαιναν περισσότερο την εποχή που δεν υπήρχε το αυτοκίνητο και η τηλεόραση απ’ ότι τα κατοπινά χρόνια, επειδή η ίδια η πόλη διευκόλυνε την καθηµερινότητα και την επικοινωνία χάρη στις µικρές αποστάσεις, τις δραστηριότητες να είναι συγκεντρωµένες µέσα στην πόλη και τη δυνατότητα να µετακινείται κανείς µε τα πόδια εφόσον τα αυτοκίνητα ήταν σπάνια.
Το σήµερα
Το Αίγιο έχει τριπλασιαστεί σε έκταση από την εποχή για την οποία κάναµε λόγο. Ο τρόπος ζωής έχει αλλάξει θεαµατικά, µε τον ψηφιακό κόσµο ως το πλέον πρόσφατο επίτευγµα µιας µακράς διαδικασίας, να προσανατολίζει την πορεία του σύγχρονου ανθρώπου προς τις επόµενες υψηλές προσδοκίες, διαµορφώνοντας µία πραγµατικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη των προηγούµενων δεκαετιών.
Η αναφορά στο µακρινό χθες δεν συνιστά αγιοποίηση του παρελθόντος ούτε στείρα λατρεία µιας περασµένης εποχής ή ροµαντική ενατένιση των ηµερών που θα µπορούσαν ψευδεπίγραφα να θεωρηθούν ανεπανάληπτες. Οι πόλεις δεν γυρίζουν πίσω, πάνε µόνο µπροστά.
Ωστόσο, οι πεζοδροµήσεις µας καλούν να µπολιάσουµε τον σύγχρονο τρόπο ζωής µε στοιχεία από τη ζωή που κάναµε κάποτε. Στους δρόµους που µέχρι χθες διασχίζαµε βιαστικά, έχουµε πλέον τη δυνατότητα να περπατήσουµε χωρίς την πίεση της κυκλοφορίας και µε πιο ανθρώπινους ρυθµούς. Να παρατηρήσουµε για όσο χρόνο θέλουµε ανενόχλητοι στις λεπτοµέρειές τους τα αρχιτεκτονικά µνηµεία που έχουν πρόσφατα αναδειχθεί µε τρόπο ξεχωριστό. Στην Αγία Τριάδα για παράδειγµα να διαβάσουµε τις Κτητορικές Επιγραφές που έχουν ενσωµατωθεί στις εξωτερικές όψεις της εκκλησίας. Και στη Φανερωµένη, να παρατηρήσουµε την τέχνη των µαστόρων στο πελέκηµα της πέτρας µε την οποία χτίστηκε, τις οποίες κουβάλησαν µε τα µουλάρια τους οι Μαγουλιανίτες από το λιµάνι πριν από εκατόν είκοσι χρόνια.
Ίσως τελικά το σηµαντικότερο µήνυµα των πεζοδροµήσεων να είναι ότι η πόλη µάς καλεί και πάλι να βγούµε στον δρόµο. Όχι απλώς για να περάσουµε από αυτόν, αλλά για να τον ζήσουµε.
Aπό την έντυπη έκδοση – ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ “ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ”





























