Όσοι δουλεύουν στην αγορά ξέρουν ότι οι νόμοι δεν κρίνονται από το πώς είναι γραμμένοι, αλλά από το πώς εφαρμόζονται στην πράξη. Αυτό φαίνεται όταν μια επιχείρηση περιμένει να πληρωθεί, όταν ένας επαγγελματίας μπλέκει σε δικαστική διαμάχη ή όταν κάποιος αναρωτιέται αν αξίζει να συμμετάσχει σε δημόσιο διαγωνισμό ή αν το αποτέλεσμα είναι ήδη γνωστό.
Οι ευρωπαϊκές εκθέσεις για την Ελλάδα από το 2020 και μετά δείχνουν μια χώρα που νομοθετεί συνεχώς. Υπάρχουν νέα συστήματα, μητρώα, πλατφόρμες και σχέδια δράσης. Ανακοινώσεις υπάρχουν πολλές. Συχνά όμως λείπει το τελικό αποτέλεσμα: η απόφαση, η κύρωση, η εφαρμογή της και η ευθύνη αυτού που άσκησε εξουσία.
Αυτό φαίνεται κυρίως στην εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη. Το 2021, το 55% των πολιτών και το 60% των επιχειρήσεων έκριναν θετικά την ανεξαρτησία της. Το 2022 τα ποσοστά έγιναν 53% και 59%, το 2023 έπεσαν στο 46% και στο 54%, και το 2024 στο 40% και στο 48%. Το 2025 οι πολίτες έπεσαν στο 38%, ενώ το 2026 ανέκαμψαν λίγο στο 43%. Στις επιχειρήσεις, όμως, η πτώση συνεχίστηκε και έφτασε στο 33%. Αυτή δεν είναι μια τυχαία κακή μέτρηση. Είναι μια πορεία πέντε ετών.
Η κυβέρνηση θα απαντήσει ότι άλλαξε τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Είναι αλήθεια. Το 2023 η Επιτροπή έγραφε ότι δεν είχε γίνει καμία πρόοδος. Το 2024 αναγνώρισε ότι η σχετική σύσταση εφαρμόστηκε. Όμως η γνώμη των ίδιων των δικαστηρίων παραμένει συμβουλευτική και η τελική επιλογή εξακολουθεί να γίνεται από την πολιτική εξουσία. Άρα έγινε ένα βήμα. Δεν λύθηκε το ζήτημα.
Το βασικό πρόβλημα που συναντά ο πολίτης στην πράξη δεν έχει λυθεί. Μια αστική ή εμπορική υπόθεση χρειάζεται κατά μέσο όρο 737 ημέρες μόνο στον πρώτο βαθμό. Ο δείκτης εκκαθάρισης έχει πέσει στο 81%, δηλαδή οι νέες υποθέσεις είναι περισσότερες από όσες κλείνουν. Η Ελλάδα έχει έξι εισαγγελείς ανά 100.000 κατοίκους, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 14,5, και περίπου 1,2 δικαστικούς υπαλλήλους ανά δικαστή, αντί για τρεις στην Ευρώπη. Η ψηφιοποίηση είναι χρήσιμη, αλλά δεν δικάζει υποθέσεις. Δεν αντικαθιστά τους εισαγγελείς, τους γραμματείς και τους επιστημονικούς συνεργάτες που λείπουν.
Για μια μεγάλη εταιρεία, μια δικαστική εκκρεμότητα δύο ή τριών ετών είναι απλώς ένα ακόμη έξοδο. Για μια μικρή επιχείρηση, όμως, μπορεί να είναι η διαφορά ανάμεσα στο να συνεχίσει ή να κλείσει. Γι’ αυτό χρειάζονται δημόσιοι στόχοι χρόνου για κάθε δικαστήριο, επαρκής στελέχωση και αποζημίωση όταν η καθυστέρηση ξεπερνά κάθε λογικό όριο. Και κάτι αυτονόητο: όταν ο πολίτης κερδίζει το κράτος στο δικαστήριο, η απόφαση πρέπει να εφαρμόζεται. Δεν γίνεται να ξεκινά δεύτερος αγώνας για να πάρει αυτό που ήδη δικαιούται.
Στο θέμα της διαφθοράς, οι δικαιολογίες έχουν μειωθεί. Από το 2022 η Επιτροπή επαναλαμβάνει την ίδια σύσταση: περισσότερες διώξεις και τελεσίδικες αποφάσεις, ειδικά σε υποθέσεις υψηλού επιπέδου. Το 2026 μιλά ξανά για περιορισμένη πρόοδο. Υπάρχουν 462 εκκρεμείς υποθέσεις και το ενιαίο μητρώο που θα τις παρακολουθεί αναμένεται να λειτουργήσει το 2027. Το ζήτημα όμως δεν είναι πότε θα ανοίξει άλλη μια πλατφόρμα, αλλά γιατί, τόσα χρόνια μετά, δεν έχουμε ακόμα το αποτέλεσμα που θα έπειθε τον πολίτη ότι ο ισχυρός ελέγχεται πραγματικά.
Το ίδιο συμβαίνει και στην πρόληψη. Το ηλεκτρονικό «πόθεν έσχες» προχώρησε, αλλά οι δηλώσεις δημοσιεύθηκαν με επτά μήνες καθυστέρηση. Το μητρώο άσκησης επιρροής είχε μόνο 35 εγγραφές, χωρίς ελέγχους και χωρίς κυρώσεις. Στις δημόσιες συμβάσεις, το 58% των διαγωνισμών του 2025 είχε μόνο μία προσφορά. Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει παρανομία. Όποιος όμως ξέρει την αγορά θα ρωτήσει αμέσως: γιατί δεν συμμετείχαν άλλοι; Ήταν οι όροι φτιαγμένοι στα μέτρα κάποιων; Δεν εμπιστεύθηκαν τη διαδικασία; Πίστεψαν ότι δεν είχαν πραγματική πιθανότητα; Το κράτος πρέπει να δίνει απαντήσεις, όχι να αγνοεί το πρόβλημα.
Όταν μιλάμε για έλεγχο, δεν μπορούμε να αφήνουμε έξω την ενημέρωση και τις ανεξάρτητες αρχές. Η διαφάνεια στην κρατική διαφήμιση βελτιώνεται, αλλά η ανεξαρτησία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης εξακολουθεί να θεωρείται υψηλού κινδύνου. Οι δημοσιογράφοι συνεχίζουν να αναφέρουν απειλές, καταχρηστικές αγωγές και εμπόδια στην έρευνα. Οι ανεξάρτητες αρχές έχουν περισσότερες θέσεις στα οργανογράμματά τους, αλλά δεν έχουν την αυτονομία να προσλάβουν εγκαίρως το προσωπικό που χρειάζονται.
Δεν χρειαζόμαστε λοιπόν άλλη μία κυβερνητική παρουσίαση μεταρρυθμίσεων. Χρειαζόμαστε αποτέλεσμα που να μετριέται: πόσο γρήγορα βγήκε η απόφαση, αν εκτελέστηκε, ποιος πήρε τη σύμβαση, ποιος επηρέασε την απόφαση και ποιος τιμωρήθηκε όταν παραβίασε τον νόμο.
Ο ίδιος νόμος για όλους σημαίνει κάτι πολύ απλό: ο πολίτης να μη χρειάζεται γνωριμίες για να δικαιωθεί και η εξουσία να μη διαθέτει εξαιρέσεις για να προστατευθεί.
Μαρινόπουλος Παναγιώτης
Μέλος Περιφερειακής Επιτροπής ΠΑΣΟΚ Δυτικής Ελλάδας





























