Ίσως έχει έρθει η στιγµή να πάψουµε να θρηνούµε για το αλλοτινό κάλλος του Αιγίου που εξαφανίστηκε µαζί µε τον αφανισµό της συντριπτικής πλειοψηφίας των νεοκλασικών κτηρίων. Ίσως είναι η ώρα να στρέψουµε το βλέµµα στις εναποµείνασες οµορφιές και στην προσπάθεια να γίνει σεβαστή η ιστορία της πόλης µε όσα δηµιουργούνται σήµερα.
Η µνήµη των νεοκλασικών αρχοντικών που άλλοτε χαρακτήριζαν το Αίγιο παραµένει ζωντανή. Τα περισσότερα χάθηκαν οριστικά µέσα στις µεγάλες κοινωνικές και οικονοµικές µεταβολές του 20ού αιώνα. Ωστόσο, η πόλη δεν είναι µόνο ό,τι έχασε. Είναι και ό,τι εξακολουθεί να διατηρεί, να αναδεικνύει και να οικοδοµεί ως νέα ταυτότητα.
Το χθες
Όπως και άλλες πόλεις της βόρειας Πελοποννήσου, το Αίγιο γνώρισε σηµαντική οικονοµική και οικιστική ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα. Η καλλιέργεια και το εµπόριο της σταφίδας, του περίφηµου «Μαύρου Χρυσού», δηµιούργησαν συνθήκες ευηµερίας που επέτρεψαν την ανέγερση εντυπωσιακών νεοκλασικών κατοικιών και δηµόσιων και εκκλησιαστικών κτηρίων. Μετά την Επανάσταση, οι κατεστραµµένοι ναοί ανοικοδοµήθηκαν µε νέα αρχιτεκτονική µεγαλοπρέπεια, ενώ οι εύπορες οικογένειες της πόλης δηµιούργησαν αρχοντικά που προσέδωσαν στο Αίγιο ιδιαίτερη φυσιογνωµία και αστική κοµψότητα.
Η παρακµή όµως του σταφιδεµπορίου, οι πόλεµοι, ο Εµφύλιος και η οικονοµική δυσπραγία που ακολούθησε, προκάλεσαν έντονες κοινωνικές ανακατατάξεις. Από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα, η αστυφιλία και η ανάγκη για σύγχρονη κατοικία άλλαξαν ριζικά την εικόνα των ελληνικών πόλεων.
Η αντιπαροχή εµφανίστηκε ως λύση που υποσχόταν άνεση και σύγχρονες συνθήκες διαβίωσης. Οι παλιές µονοκατοικίες µε τις αυλές και τα ψηλοτάβανα δωµάτια παραχωρούσαν τη θέση τους σε πολυκατοικίες µε όλες τις νέες ευκολίες της εποχής. Το φαινόµενο που µεταµόρφωσε την Αθήνα επηρέασε, σε µικρότερη κλίµακα αλλά µε ανάλογες συνέπειες, και το Αίγιο.
Η προστασία των διατηρητέων κτηρίων θεσµοθετήθηκε καθυστερηµένα και συχνά χωρίς την αναγκαία οικονοµική στήριξη προς τους ιδιοκτήτες τους. Έτσι, πολλά αξιόλογα οικοδοµήµατα εγκαταλείφθηκαν στη φθορά του χρόνου ενώ πολλοί ιδιοκτήτες τους κοίταξαν να τα ξεφορτωθούν. Τραγική φιγούρα ο Νύσης Μεταξάς – Μεσσηνέζης και η κατάληξη του αρχοντικού του οποίου υπήρξε τελευταίος ιδιοκτήτης, που είχε χτιστεί το 1833 και στο οποίο διέµεινε ο Όθωνας κατά τη δεύτερη περιοδεία του στην Πελοπόννησο.
Ο σεισµός του 1995 επιτάχυνε την απώλεια αρκετών νεοκλασικών, όµως η αλλοίωση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωµίας της πόλης είχε αρχίσει ήδη αρκετές δεκαετίες νωρίτερα. Με όχηµα την Αντιπαροχή, χτίστηκαν σε στενούς δρόµους του κέντρου της πόλης ακόµη και επταώροφες πολυκατοικίες, µετά την ενοποίηση δύο ή τριών οικοπέδων στα οποία βρίσκονταν αντίστοιχος αριθµός παλαιών µονοκατοικιών.
Παρά ταύτα, η υποδειγµατική ανα- στήλωση και η λαµπρή ανάδειξη στο πεζοδροµηµένο τµήµα του Αιγίου των δύο πιο σηµαντικών αρχοντικών που απέµειναν, του Σωτηρίου Παναγιωτόπουλου και του Ευθυµίου Γάτου, αποδεικνύουν ότι η ιστορική µνήµη µπορεί ακόµη να διασωθεί και να ενταχθεί δηµιουργικά στη σύγχρονη ζωή της πόλης.
Το σήµερα
Οδοιπορούµε στα πεζοδροµηµένα τµήµατα του Αιγίου. Η διέλευση µπροστά από τα αρχοντικά του Γάτου και του Παναγιωτόπουλου προκαλεί πικρή νοσταλγία, γιατί επαναφέρει την εικόνα που είχε κάποτε η πόλη. Ωστόσο, µέσα στο ανανεωµένο περιβάλλον, τα δύο νεοκλασικά καθώς και εκείνα της οδού Ανδρέου Λόντου, δεν µοιάζουν πλέον αποµονωµένα κατάλοιπα µιας χαµένης εποχής. Εντάσσονται ξανά στον ζωντανό ιστό της πόλης και συνοµιλούν δηµιουργικά µε το παρόν της.
Η νέα εικόνα του Αιγίου οικοδοµείται πάνω στα ίχνη της παλιάς. Είναι η εικόνα µιας πόλης που εξακολουθεί να διατηρεί ζωντανή τη µνήµη της, αλλά ταυτόχρονα αναζητά έναν νέο αισθητικό και κοινωνικό βηµατισµό για το µέλλον.
Aπό την εφημερίδα “ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ”





























