Γράφει η Παναγιώτα Χριστοπούλου, Πολιτικός Επιστήμονας- Διεθνολόγος, Σύμβουλος της Δ.Κ. Αιγίου και Μεταπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος ‘’Ενέργεια: Δίκαιο, Στρατηγική και Οικονομία’’ του Πανεπιστημίου Πειραιώς.
Η καθημερινότητα των πολιτών μετατρέπεται σε έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης ξεκινώντας από την θεαματική αύξηση των τιμών στα σούπερ μάρκετ έως και την ραγδαία αύξηση της τιμής του πετρελαίου και των καυσίμων. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν τα λειτουργικά τους έξοδα. Τα νοικοκυριά προσπαθούν να περιορίσουν κάθε περιττή δαπάνη βλέποντας το μισθό να τελειώνει τις πρώτες 10 με 15 ημέρες απλώς και μόνο καλύπτοντας βασικές ανάγκες.
Μπροστά σε αυτή την καθημερινότητα, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της και να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις και λύσεις. Είναι γεγονός ότι οι διεθνείς και γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν επηρεάσει σημαντικά τις τιμές στην ενέργεια και τα καύσιμα. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο άλλοθι για την αδυναμία αντιμετώπισης της ακρίβειας. Η κυβέρνηση κρίνεται από τις πολιτικές επιλογές της, από τα μέτρα που λαμβάνει και, κυρίως, από το κατά πόσο αυτά προστατεύουν αποτελεσματικά τους πολίτες και το εισόδημά τους. Γιατί οι διεθνείς συνθήκες μπορεί να μην ελέγχονται από την ίδια, η διαχείριση όμως των συνεπειών τους αποτελεί πολιτική ευθύνη.
Ο σχεδιασμός της ενεργειακής πολιτικής, οι έλεγχοι στην αγορά, η ρύθμιση των τιμών και η προστασία του καταναλωτή αποτελούν πεδία στα οποία οι κυβερνητικές αποφάσεις παίζουν σημαντικό ρόλο. Οι προσωρινές επιδοτήσεις ‘’ψίχουλα’’ μπορούν να περιορίσουν μέρος της επιβάρυνσης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να λύσουν το ζήτημα της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας. Η μείωση του ΦΠΑ και η μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέτρα στήριξης της κοινωνίας.
Ποιος πληρώνει τελικά το κόστος των κυβερνητικών επιλογών;;;!
Η ενέργεια αποτελεί ένα δημόσιο κοινωνικό αγαθό και θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο. Όταν αυξάνεται το ενεργειακό κόστος, η πίεση μεταφέρεται σε όλη την οικονομία. Τα επίσημα ευρωπαϊκά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι το ενεργειακό κόστος παραμένει σοβαρό ζήτημα για την ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με τη Eurostat, τον Ιούλιο του 2026 η τιμή του πετρελαίου κίνησης στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 12,1% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, καταγράφοντας την τρίτη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση στην τιμή του diesel στην ΕΕ. (https://ec.europa.eu/eurostat/en/web/products-eurostat-news/w/ddn-20260821-1)
Εν έτη 2026, είναι αδιανόητο να υπάρχουν νοικοκυριά τα οποία βιώνουν την ενεργειακή φτώχεια. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό ηλιακό και αιολικό δυναμικό. Το ζητούμενο είναι τα οφέλη της ενεργειακής μετάβασης να φτάνουν σε όλα τα νοικοκυριά, μέσα από προσιτή ενέργεια, αυτοπαραγωγή και ουσιαστική στήριξη των πολιτών. Η ενεργειακή δημοκρατία σημαίνει ότι η καθαρή ενέργεια δεν αποτελεί προνόμιο των λίγων, αλλά δικαίωμα όλων, με δίκαιη συμμετοχή των πολιτών και ουσιαστικό κοινωνικό όφελος. Η αποθήκευση ενέργειας μέσω των ΑΠΕ, οι οποίες πρόκειται να είναι σχεδιασμένες με γνώμονα την κοινωνία και το περιβάλλον, αποτελεί ένα καίριο ζήτημα το οποίο χρειάζεται να συζητηθεί.
Η ενέργεια είναι ζήτημα πολιτικών προτεραιοτήτων, είτε λειτουργεί ως μοχλός κοινωνικής ευημερίας είτε μετατρέπεται σε ένα παράγοντα ανισότητας.




























