Γιώργος Τζεραβίνης: «42 μέρες «Ιερεμιάδες» (θρήνοι) για τους χιλιάδες νεκρούς της πανδημίας»

Μου φαίνεται πως πέθανα σ’ αυτούς εγώ ο ίδιος

Το τακ του ρολογιού χτυπά και δεν ξαναγυρίζει. Το παρόν γίνεται σε λίγο παρελθόν και το µέλλον παρόν, αλλά ούτε το παρόν ξαναγίνεται µέλλον, ούτε το µέλλον ξαναγίνεται παρόν. Κάθε µέρα περνά από µπροστά µας µια µόνο φορά. Η 23η Μαρτίου ηµέρα ∆ευτέρα του δίσεκτου  έτους 2020, δεν πρόκειται ποτέ να ξανάρθει. Όπως το ποτάµι δεν γυρίζει πίσω, το ίδιο και ο χρόνος. Έρχεται περνά και φεύγει µια φορά, χωρίς ποτέ ο ίδιος να γυρίζει πίσω. Όµως οι Πανέλληνες, όσα χρόνια κι αν περάσουν πάντα θα θυµούνται την ηµέρα της έναρξης της καραντίνας – της απαγόρευσης – του εγκλωβισµού – την αποφράδα αυτή µέρα.

23 Μαρτίου,  ηµέρα ∆ευτέρα! Μια µέρα που σταµάτησαν όλα, νεκρώθηκε το σύµπαν. ∆εν δούλευε πια τίποτα. Όλοι κλείστηκαν στα σπίτια τους λες και είχε κηρυχτεί πόλεµος. Ο φόβος του θανάτου είχε σκεπάσει σαν πέπλο όλο τον κόσµο. Ποιος φανταζόταν αυτό που επακολούθησε. Ούτε στα πιο τολµηρά µας όνειρα δεν θα µπορούσε να έχει θέση. Τόσοι νεκροί σε µια χώρα, τόσοι στην άλλη, τόσοι στην Ελλάδα. Κρούσµατα, νεκροί και ερηµιά, απόλυτη ερηµιά παντού.

Κλειστά σχολεία, µαγαζιά, επιχειρήσεις, λιγοστά αυτοκίνητα στους δρόµους, παντού εµφανής η έλλειψη της ανθρώπινης παρουσίας. Ο Έρηµος δρόµος της Σολωµού, µου θύµισε γουέστερν έργο µε τους δύο καουµπόηδες µε τα εξάσφαιρα στα χέρια τους, έτοιµοι να µονοµαχήσουν.

Nόµιζες ότι ξαφνικά σταµάτησαν να υπάρχουν παιδιά, νέοι, γέλιο, χαρά, τραγούδια, τίποτα απ’ αυτά που συνθέτουν την αληθινή ζωή, παρά µόνο ο φόβος και η προσµονή να περάσει το κακό και να µπούµε ξανά στη σειρά µας. Πρέπει η δοκιµασία του κορωνοϊού να µας κάνει να βουτήξουµε για τα καλά µέσα στην ψυχή µας τόσο πολύ µέχρι να την ξαναβρούµε, που χρόνια την κρατούσαµε κρυµµένη και µπορώ να πω σχεδόν την είχαµε ξεχάσει πως υπήρχε. Και ο λόγος; Το αδιάκοπο κυνήγι της καταξίωσης , του χρήµατος, του ακριβού αυτοκινήτου, του ωραίου σπιτιού, των ακριβών διακοπών και πόσα ακόµα….

23/3/2020 – 3/5/2020: Πέρασαν 42 µέρες καραντίνας. Η Πολιτεία σιωπηλή, οι άνθρωποι κλεισµένοι στα σπίτια τους, τα µαγαζιά κλειδωµένα, οι εκκλησίες αδειανές. Θα έλεγα πως ένιωθα σαν τα φυτά εσωτερικού χώρου που τρέφονται µε τη σκόνη των κλειστών δωµατίων και το  άρωµα των βιβλίων, για όσους τ’ αγαπούν. Ο εγκλεισµός στο σπίτι µ’ ενόχλησε γιατί δεν έχω καλογερίστικη αντίληψη της ζωής, ώστε να κάνω το σπίτι µου σκήτη. Ένιωθα παγιδευµένος και ότι είµαι ιδιοκτησία ενός αόρατου ιού.

Όµως έξω ήξερα, ότι σέρνεται η πανδηµία αφήνοντας στο πέρασµά της τρόµο και νεκρούς. Νιώθεις ότι περνάει Γερµανική περίπολος κι ότι σε κάποια στιγµή µπορεί να χτυπήσουν την πόρτα σου, µε υπόδειξη του Έλληνα κουκουλοφόρου – προδότη και να σου πουν ακολούθησέ µας . Αποχαιρετάς τα αγαπηµένα σου πρόσωπα και φεύγεις νιώθοντας, την ανάσα του θανάτου. Παρακολουθώ τις ειδήσεις ανελλιπώς από τότε που άρχισε αυτή η πανδηµία και βγαίνω πότε – πότε στο µπαλκόνι µε τις πολλές γλάστρες και τ’ ανθισµένα λουλούδια, έχοντας την αίσθηση της Άνοιξης σαν µια παρηγοριά στους παράξενους, αυτούς καιρούς, που µοιάζουν να έρχονται από κάποιο µακρινό και κατασκότεινο αιώνα.

Τότε που οι επιδηµίες απογύµνωναν πόλεις και χωριά. Τότε που οι γιατροί δεν φορούσαν χειρουργικές µάσκες και άσπρες στολές, αλλά µάσκες πουλιών, µαύρα γάντια και µακριές µαύρες µπέρτες. Ένα τότε που µοιάζει πολύ κοντινό και δεν ξέρω πια αν έρχεται από το παρελθόν ή από το µέλλον.

Θυµάµαι το «∆εκαήµερο» του Βοκάκιου που γράφτηκε στην Φλωρεντία το 1350 µ.Χ. και περιγράφει την Πανώλη που είχε πλήξει τότε την  Ευρώπη, το Μαύρο Θάνατο. Θυµάµαι το λοιµό των Αθηνών το 430 π.χ. στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέµου, όπως τον περιγράφει ο Θουκυδίδης. Πυρετός – βήχας – δύσπνοια και αφόρητη δίψα, σε µια πόλη που είχε στεγνώσει τα πηγάδια και οι στέρνες και είχαν ξεχειλίσει από χιλιάδες πτώµατα.

Θυµάµαι την επιδηµία της χολέρας, αρχές του 20ου αιώνα, στη Θεσσαλονίκη, που έβγαλε τους Εβραίους στους δρόµους σε µια θυελλώδη διαδήλωση, η οποία κατέληξε σε αιµατηρές συγκρούσεις µε τις Αρχές. Φέτος η Μεγάλη Εβδοµάδα µέτρησε περισσότερο, για το πένθος γιατί  όλους µας ήταν βαρύτερο και η Ανάσταση είχε ισχυρότερο συµβολισµό, καθώς το µεγάλο διακύβευµα ήταν η ίδια η ζωή.

Ο Χριστός και ο άνθρωπος ανασταίνονται διαρκώς σ’ έναν κόσµο που κι αυτός πεθαίνει και ανασταίνεται ακατάπαυστα, χωρίς έλεος, αλλά γεµάτος έρωτα για τη ζωή. Τη ζωή σε όλες τις  µορφές και τις πόζες της. Το νόηµα της ζωής, είναι αγάπη, πίστη, ελπίδα, αυτοπαρατήρηση, έγνοια για τους άλλους, σύµπνοια. Ναι στη Ζωή! Γιατί ο κύκλος του ανθρώπου από εκεί αρχίζει και εκεί τελειώνει.

Από την έντυπη έκδοση «ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ» 14/5/2020