Σπύρος Κρητικός: Αγναντεύοντας τη Βοστίτσα από τη Δεξαμενή

Την άνοιξη του 1874 ο αυστριακός Ludwig Salvator (1847 – 1915) αποφάσισε να αφήσει πίσω του το Ιόνιο, να μπει με το σκάφος του τη Γοργόνα στον Πατραϊκό Κόλπο και να διαπλεύσει τον Κορινθιακό. Όταν προσέγγισε τα παράλια της Βοστίτσας αποβιβάστηκε, επισκέφτηκε την πόλη και επανέλαβε ότι συνήθιζε να κάνει σε κάθε τόπο που σταματούσε: κατέγραψε τις εντυπώσεις του σε κείμενο -στα Γερμανικά- και ταυτόχρονα ζωγράφισε όσα του τράβηξαν την προσοχή. Η παραμονή του στη Βοστίτσα δε θα πρέπει να διήρκεσε πάνω από μια μέρα.

Από την παραλία (αφού ζωγράφισε τον Πλάτανο) κατευθύνθηκε στην επάνω πόλη από τα Πλακάκια, το λιθόστρωτο που είχε κατασκευαστεί τρία μόλις χρόνια πριν. Δια της οδού Μητροπόλεως έφτασε μέχρι το σημείο που τέλειωνε τότε η πόλη, όπου υπήρχε ένα αδιαμόρφωτο πλάτωμα, εκεί που σήμερα βρίσκονται τα Ψηλαλώνια. Αναζητώντας σημείο κατάλληλο που θα του προσέφερε τη γενική άποψη της πόλης από τη δυτική της πλευρά στην οποία βρισκόταν, με σκοπό να τη ζωγραφίσει, απομακρύνθηκε μέχρι τη λοφώδη (ερημική ακόμη τότε) περιοχή της Δεξαμενής. Τον φανταζόμαστε να βολεύεται εκεί περίπου που σήμερα βρίσκεται η συμβολή των οδών Σολωμού και Βασιλέως Κωνσταντίνου, ν’ αγναντεύει την πόλη, να παίρνει στα χέρια του τα μολύβια του και να φιλοτεχνεί το σχέδιο που παρουσιάζουμε σήμερα: τη Βοστίτσα κατά το έτος 1874 από τη νοτιοδυτική της πλευρά. 

Με την ακρίβεια με την οποία ιχνογράφησε ο Salvator τα βουνά της Ρούμελης (το ακρωτήριο της Τολοφώνας με το φανάρι της Βιτρινίτσας και στο βάθος δεξιά τον Παρνασσό) με την ίδια ακρίβεια αισθανόμαστε πως αποτύπωσε καθένα από τα σπίτια της πόλης που διέκρινε απέναντί του. Εάν δεν είχε την κακή συνήθεια να στερεί από τα κείμενα και τα σχέδιά του κάθε είδους υπομνηματισμό, να μη δίνει καμία επεξήγηση γι’ αυτά που απεικόνιζε στις ζωγραφιές του και να μην αναφέρεται στους κατοίκους των περιοχών που επισκεπτόταν, και εάν, αντίθετα, ακολουθούσε την τακτική όλων σχεδόν των υπόλοιπων περιηγητών που κατέγραψαν με λεπτομέρεια τα βήματά τους στη χώρα μας, θα είχαμε να αντλήσουμε πληροφορίες ανεκτίμητες για το παρελθόν της αγαπημένης μας πατρίδας. 

Τα πρώτα σπίτια που εμφανίζονται μετά τον ανοικοδόμητο, άχτιστο ακόμη τόπο που καταλαμβάνει το πρώτο πλάνο του σχεδίου, είναι σπίτια μαγουλιανιτών, ο εποικισμός των οποίων είχε ήδη ξεκινήσει όταν ο Salvator πέρασε από την πόλη, δεν είχε ωστόσο ολοκληρωθεί. Εάν ο ταξιδευτής εκείνος ερχόταν και πάλι στη Βοστίτσα μετά από δέκα ή μετά από είκοσι χρόνια, εάν ανέβαινε εκ νέου στο χώρο της Δεξαμενής και σχεδίαζε για ακόμη μία φορά την πόλη με τη μορφή που είχε εν τω μεταξύ λάβει, στο νεότερο σχέδιό του τα Μαγουλιανίτικα θα είχαν καλύψει όλο τον ακατοίκητο χώρο που φαίνεται στο πρώτο πλάνο του έργου του.    

Όταν ο Salvator περιόδευσε  τη Βοστίτσα, τα περισσότερα από τα μονώροφα και τα διώροφα αρχοντικά σπίτια είχαν χτιστεί. Τα χρόνια εκείνα απλώνονταν πυκνά μέχρι τη Φανερωμένη, κι από κει και πάνω αραίωναν. Όταν πέρασε ο Salvator είχαν ήδη χτιστεί τα δύο τριώροφα σπίτια της πόλης, παλαιότερα του Γεωργίου Πετμεζά και το 1860, του Σωτηρίου Παναγιωτόπουλου. Από την τοποθεσία της Δεξαμενής όπου βρισκόταν ο Salvator είχε τη δυνατότητα να διακρίνει μόνο το αρχοντικό του Γεωργίου Πετμεζά που ιχνογράφησε στο μέσον του σχεδίου του στο βάθος, να εξέχει από τα υπόλοιπα κτήρια της πόλης. Ορθωνόταν στη γωνία των οδών Μελετοπούλων και 1ης Μαΐου 1885. Κατεδαφίστηκε το 1969.

Σχολιάζοντας ο περιηγητής στο κείμενο που έγραψε για τη Βοστίτσα το ύφος των σπιτιών της πόλης, τη διάκρισή τους σε πλούσια ή φτωχικά, καλαίσθητα ή άσχημα, νεοκλασικού ρυθμού ή αρχιτεκτονικού ιδιώματος που αποτελούσε κατάλοιπο της οθωμανικής περιόδου, κάνει ιδιαίτερη μνεία στο σπίτι του Πετμεζά, αναφερόμενος στην ξεχωριστή θέση που κατείχε από τα υπόλοιπα αρχοντικά. Το Παναγιωτοπουλέικο δεν παρουσιάζεται στο σχέδιο γιατί από εκεί που κοίταξε την πόλη ο Salvator δε φαινόταν, επειδή είναι χτισμένο σε χαμηλότερο σημείο. 

Με πυξίδα τη θέση στο σχέδιο του αρχοντικού του Γεωργίου Πετμεζά, εισήλθαμε στον πειρασμό να ξεφυλλίσουμε βιβλία, να κοιτάξουμε παλιές φωτογραφίες και να ανακαλέσουμε στη μνήμη τα σπουδαία σπίτια της παλιάς πόλης όπως τα θυμόμαστε, προκειμένου να δώσουμε ταυτότητα σε κάποια από αυτά που διακρίνονται στο σχέδιο. Σύντομα όμως εγκαταλείψαμε την ιδέα, καθότι αισθανθήκαμε ότι θα οδηγούμασταν σε συμπεράσματα ανακριβή.  

Η απουσία της Φανερωμένης από το σχέδιο δεν είναι παράδοξη. Αυτό συμβαίνει επειδή η αρχιτεκτονική μορφή της εκκλησίας κατά την εποχή εκείνη ακολουθούσε το Ρυθμό της Βασιλικής (όπως η εκκλησία των Ταξιαρχών), είχε δηλαδή χαμηλό ύψος και ως εκ τούτου, την έκρυβαν τα υπόλοιπα κτήρια που αποτύπωσε ο περιηγητής. 

ΣΠΥΡΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ, Ζωγράφος 

Από την εφημερίδα “ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ”