Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’30, όταν αξιόλογοι και πανέξυπνοι Κεφαλλονίτες επιχειρηµατίες, επέλεξαν την παραλία του Αιγίου για να κατασκευάσουν την Χαρτοβιοµηχανία. Και δεν την επέλεξαν τυχαία. Το οικόπεδο το χώριζε ένας δρόµος από το κύµα της θάλασσας, στη νότια πλευρά του ήταν σε επαφή µε την σιδηροδροµική γραµµή και αµέσως συνέχεια µε την ΠΕΟ Αθηνών – Πατρών. Πάνω από όλα είχε άφθονο, πηγαίο νερό. Άφθονο εργατικό δυναµικό από ντόπιους και Μικρασιάτες πρόσφυγες και πάσης φύσης µηχανικούς που είχαν έλθει µέχρι και από την Ρωσία. Και έγινε το θαύµα για την εποχή.

Το εργοστάσιο ήταν αυτό που έλεγαν το καλύτερο και µεγαλύτερο των Βαλκανίων, αλλά και από τα καλύτερα της Ευρώπης, αφού η ποιότητα του χαρτιού που έβγαζε ήταν ασυναγώνιστη.
∆ούλεψαν σε αυτό πάνω από 400 άτοµα γυναίκες και άνδρες, έβγαλε τεχνίτες όλων των ειδικοτήτων, µηχανολόγους, εργοδηγούς, ηλεκτρολόγους, θερµαστές, ψυκτικούς, ειδικότητες της χαρτοποιίας, αλλά και υπάλληλους όλων των ειδικοτήτων. Λειτουργούσε µε τάξη, πειθαρχία και εργατικότητα. Και οι διευθύνοντες υπήρξαν υπεύθυνοι και τεχνοκράτες, αυστηροί, αλλά δίκαιοι. Εκεί αναπτύχθηκε ένας δυνατός και πρωτοπόρος συνδικαλισµός για την εποχή και τα δεδοµένα της. Θυµόµαστε όλοι µας τους αγώνες και τις κινητοποιήσεις του εργοστασίου. Η παραλία του Αιγίου έσφυζε από ζωή, πλοία, µαούνες, κάρα, σωµατεία θαλάσσης και ξηράς, εστιατόρια, καφενεία. Μια ζωή που ξεκινούσε από τα ξηµερώµατα που οι εργάτες -ελλείψει οκταώρου εργασίας- κατέβαιναν µε τα φανάρια από τις σκάλες της Τρυπητής, την Τρούπα, το πλακόστρωτο της Μιχαλοπούλου, και από τη Ζωοδόχου Πηγής και κατευθύνονταν στις σταφιδαποθήκες και στη Χαρτοποιία. ∆εν υπήρχαν τότε ρολόγια χειρός και στα σπίτια ξυπνητήρια ήταν το βιολογικό ρολόι που είχε συνηθίσει να ξυπνά στις 5 το πρωί. Η χαρτοποιία είχε εγκαταστήσει σειρήνα, η οποία χτυπούσε 4 φορές την ηµέρα. Το πρωί στις 6, στις 12 και στις 2 το µεσηµέρι και στις 10 το βράδυ. Ο ήχος της ακουγόταν µέχρι τα ηµιορεινά χωριά του Αιγίου -ελλείψει άλλων θορύβων- από τον Αχλαδιά έως τις ∆άφνες και κάτω στον Κάµπο και πολλές φορές όταν η θάλασσα ήταν ήρεµη και απέναντι στη Ρούµελη στα Τριζόνια και το Ντουβιά. Ο ήχος σήµαινε την αλλαγή της βάρδιας, αλλά και όλοι οι εργαζόµενοι και οι Αιγιαλείς, ήξεραν πάντα τι ώρα ήταν. Υπήρξε η Χαρτοποιία πηγή πλούτου και ευηµερίας για το Αίγιο και την ευρύτερη περιοχή, αφού είχε καλούς µισθούς, ανώτερους από τους υπαλλήλους του ∆ηµοσίου. Από αυτή έζησαν οικογένειες, σπούδασαν παιδιά και παντρεύτηκαν Αιγιωτοπούλες.
Λειτούργησε έτσι για 40 χρόνια περίπου, ώσπου το 1970, η υγιής αυτή επιχείρηση προσεβλήθη από οικονοµική ασθένεια. Αρχίσαν οι αρρυθµίες και οι δυσκολίες. Η πόλη µαζί µε τους εργαζόµενους και του συνδικαλιστές έδωσε αγώνες για να επιβιώσει η επιχείρηση. ¨Όµως δεν τα καταφέραµε. Την Χαρτοποιία αγόρασε ο Πατρινός επιχειρηµατίας Λαδόπουλος, αλλά και εκείνος παρά τις προσπάθειες του, δεν κατάφερε να τη συνεφέρει. Έτσι η Χαρτοποιία περιήλθε στις προβληµατικές πλέον επιχειρήσεις και µετά από λίγα χρόνια έκλεισε.
Η σειρήνα έπαψε πια να ακούγεται στην Αιγιάλεια και σίγησε για πάντα, ώσπου ο ∆ήµος την αγόρασε πλέον έν έτει 1998 µε την ελπίδα πώς κάποτε θα ξαναλειτουργούσε. Η πόλη έκανε προσπάθειες, να ιδρυθούν σε αυτή σχολές ΤΕΙ και να γίνει εκεί µια µικρή πανεπιστηµιούπολη. Έτσι αρχές της δεκαετίας του 2000 λειτούργησαν στο χώρο της δύο αξιόλογα ΤΕΙ. Η χαρτοποιία, άλλαξε αντικείµενο. Από εργοστάσιο έγινε χώρος επιστήµης και γραµµάτων και έφθασαν σταδιακά στο Αίγιο περί τους 1000 φοιτητές. Η πόλη ζωντάνεψε, οικονοµικά και πολιτισµικά µιας και η Χαρτοποιία αυτή τη φορά έδινε ένα άλλο εισόδηµα στις οικογένειες των Αιγιωτών. Θεωρήσαµε όλοι ότι επήλθε το νέο θαύµα. ∆εν είχαµε όµως σκεφθεί ότι ο Λάζαρος αναστήθηκε, έζησε για λίγο…. και πέθανε για δεύτερη φορά…. Αυτή ήταν και η τύχη της Χαρτοποιίας. Η αναλγησία του Κράτους, η έλλειψη σωστού εκπαιδευτικού συντονισµού και προγραµµατισµού, αλλά και η ανικανότητα των ιθυνόντων µας έκλεισαν οριστικά τα ΤΕΙ. Μετέφεραν το ένα στην Πάτρα που είχε 40.000 φοιτητές και το άλλο στο Αιγάλεω για να αναπνέουν τα παιδιά καυσαέριο µιας και δίπλα στη θάλασσα θα τα ενοχλούσε µάλλον το ιώδιο – όπως θα έλεγαν και οι γριές. Κάποιος ανάλγητος πρύτανης δεν έφθανε που µετεγκαταστάθηκαν τα ΤΕΙ έστειλε και συνεργεία και ξήλωσαν και µετέφεραν και όλη την υποδοµή τους συνοδεία των ΜΑΤ. Και κορόιδευαν τη ∆ηµοτική αρχή ότι θα ιδρύσουν δήθεν ΙΕΚ!!. Εκεί αυτοί τους πίστεψαν, µα όλα είχαν τελειώσει. Την πτώση της Χαρτοποιίας ακολούθησε η υποβάθµιση και το κλείσιµο σχεδόν της ΕΒΟ.
Προχθές περνώντας έξω από το εργοστάσιο, κοίταξα µέσα πλησιάζοντας στην µάντρα στον χώρο που λειτουργούσε το ΤΕΙ και είδα ατελείωτα σκυλιά. Είδα το τέλος µια ολόκληρης και πολυτάραχης εποχής. Ο χώρος του εργοστασίου και των ΤΕΙ, να έχει καταλήξει κυνοτροφείο. Το µόνο που στέκεται όρθιο είναι η καµινάδα από το θερµαστήριο. Από εκεί ηχούσε και η σειρήνα, η οποία έχει σιγάει προ πολλού.
Για πάντα.
Έπεσε βαθιά σιωπή, προάγγελος του επερχόµενου θανάτου της.
Η πόλη σιγοχάνεται.
Από την εφημερίδα “ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ”




























