Χασομέρης ων – συνταξιούχος γαρ –,σκοτώνω συχνά την ώρα συζητώντας με πολλούς επαγγελματίες και αργόσχολους, και, όταν επισκοπούμε τα του οίκου μας, όλοι – μα, όλοι – καταλήγουν στην ίδια επωδό: «Το Αίγιο πέθανε». Ρητά και κατηγορηματικά. «Τέρμα, το Αίγιο πέθανε». Με την ίδια βεβαιότητα που ο βυζαντινός ιστορικός Γεώργιος Φραντζής στο μνημειώδες χρονικό του για την πτώση της Αυτοκρατορίας στηθοκοπιέται και θρηνεί «η Πόλις εάλω…».

Από τη στήλη “Εγώ σου λέω τον πόνο μου,
κι εσύ μου γράφεις «γράψ΄ τα», στην εφημερίδα “ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ”
Άραγε, όντως το Αίγιο πέθανε; Πράγματι, υπάρχουν τεκμήρια που λαλούν την κακή μας μοίρα. Στην οδό των οδών, στη Μητροπόλεως, μαγαζί που ξε – νοικιάζεται, δεν ξανα– νοικιάζεται. Όταν δεν φτουράει επαγγελματική στέγη στην καρδιά της πόλης, κάτι τρέχει. Όταν τα καταστήματα ρουχισμού και υπόδησης υπο – υπο– λειτουργούν, αυτό κάτι λέει. Όταν δεν κυκλοφορεί κόσμος στους δρόμους (τις βραδινές ώρες οι δρόμοι της πόλης θυμίζουν πολέμους) κάτι φταίει. Όταν … όταν … όταν … κ.λπ. Tουτέστιν, η πόλη περνάει βαθιά κρίση.
Εμείς οι μεγαλύτεροι, που θυμόμαστε την κοσμοθαλασσιά στην Κλεομένους Οικονόμου και στην Ερμού, από το ’50 και μετά, και για μακρύ διάστημα (δεκαετίες ’50, ’60, ’70, ’80) / που ευτυχήσαμε να γνωρίσουμε το βιομηχανικό Αίγιο, με Χαρτοποιΐα, σαπωνοποιΐα, λιμενο -φορτώματα και λιμενο-ξεφορτώματα / που περπατήσαμε τα σαββατόβραδα και τα κυριακόβραδα με “εκατομμύρια” συμπερπατητές στο πάνω και στο κάτω νυφοπάζαρο (καλοκαίρι στα Ψηλαλώνια και χειμώνες στην Αγίας Λαύρας) / που με “εκατομμύρια” συνθεατές ρουφήξαμε τις ελληνικές ταινίες (στη Σοφία,στη Ρένα, στο Λουξ, στο Άστρον, στον Παρθενώνα, στην Ανάπλαση) / που, γενικώς, διανύσαμε τα παιδικά μας χρόνια, την εφηβεία μας και μέρος της ενηλικίωσής μας σε μαγικές εποχές (ως προς τη συνοχή και το διαρκές “παρών” της κοινωνίας) και σε μαγικά ανταμώματα, εμείς, λοιπόν, οι εκδρομείς του ’50 και του ’60, όπως τραγουδηθήκαμε κι από τον Διονύση Σαββόπουλο, δύσκολα βιώνουμε την τωρινή μας απομάγευση.
Παρά ταύτα, το Αίγιο δεν πέθανε. Γιατί το Αίγιο δεν πεθαίνει. Το Αίγιο δεν μπορεί να πεθάνει. Πόλη πάνω στον κεντρικό νότιο άξονα της χώρας, με το δικό της ανάγλυφο, αναρριχώμενη πάνω σε τέσσαρα διαδοχικά υψομετρικά πλατώματα, με βουνά και με θάλασσες, με εκλεκτές καλλιέργειες, με προσβάσεις πανεύκολες (εθνικός δρόμος, σιδηρόδρομος, παραθαλάσσια σύνδεση με την πρωτεύουσα), με δυνατότητες επεκτάσεων, με ποτάμια για σύνορα, μ’ ένα πήδημα πιάνεις Ρούμελη, με ιστορία παμπάλαια κι άλλα τόσα χαρίσματα, δεν τελειώνει. Απλώς, … μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά. Κάποια “στιγμή”, ένα τσακ! θ’ ακουστεί, και θ’ αρχίσει το ανέβασμα. Η λεκάνη Αιγίου, προφανώς όχι τυχαία, κατοικείται (στα ίδια ακριβώς τετραγωνικά και στα ίδια … κιλά της) συνεχώς και αδιαλείπτως επί τρεις χιλιάδες έτη. Δεν κινδυνεύει από μια συγκυριακή απορρύθμιση.





























