Κώστας Βελαώρας: ΠΑΣΧΑ, ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΣΧΑ

Η Εβδομάς, με κεφαλαίο, που διανύουμε, είναι κατεξοχήν αυτή που ο ηλικιωμένος, σαν του λόγου μου, περίπου μηδενίζει την ηλικία του και γυρίζει τον δείκτη πολλές δεκαετίες πρωτύτερα. Αυτό θα κάνω κι εγώ, καθόσον αυτή ήταν στα παιδικο – εφηβικά μου χρόνια η μακράν πιο χαρακτηριστική, συναισθηματική, υπαρξιακά ψιλοβασανιστική, και, επιπλέον, η πιο μαζικο – επικοινωνιακή εβδομάδα του έτους.

Του Κώστα Βελαώρα
Από τη στήλη “Εγώ σου λέω τον πόνο μου,
κι εσύ μου γράφεις «γράψ΄ τα», στην εφημερίδα “ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ”

Διότι στον δικό μου περίγυρο λειτουργούσαμε όχι ατομικά και στα πλαίσια της οικογένειας, αλλά ως κοινότητα, δηλ. στα όρια της γειτονιάς, κι ακόμα μακρύτερα. Έτσι κι αλλιώς, οι πόρτες των οικιών τότε δεν ήταν τείχη που χώριζαν αλλά γέφυρες που ένωναν, και στο τρέχον επταήμερο οι πόρτες ήταν εντελώς διακοσμητικές και αχρείαστες. Τα νηστίσιμα της γειτόνισσας ήταν και δικά μου νηστίσιμα. Τα ουζοκούλουρα της κάθε μανούλας μας τα τιμούσε ούλο το παιδομάνι μας. Άλλωστε, κι όλο τον χρόνο όλα ήσαν κοινά. Οι γείτονες με την ίδια ευκολία και συχνότητα μπαινόβγαιναν και στην ιδιοκτησία τους και στον διπλανό αυλόγυρο. Η μεγάλη μουριά του Διγενή στην αρχή της ανηφόρας, ο μακρύς διάδρομος στο Αυγερέικο, το εσωτερικό πλακόστρωτο στου Γαβριηλίδη, τα εξωτερικά σκαλοπατάκια στου Μπονέλη, το υποτυπώδες πεζοδρόμιο μπρος στου Κάρμα, ο πολύχρωμος κήπος στο Χρυσανθακοπουλέικο, οι αδέσποτες κορομηλιές των ερημικών οικοπέδων και ένας ατελείωτος κατάλογος ιδιόκτητων χώρων αλλά ανωνύμου χρήσεως, συνέθεταν το ενιαίο και ακατάτμητο σώμα του συλλογικού βίου μας. Του συλλογικού μας σύμπαντος. Του καταδικού μας σύμπαντος, στη χωμάτινη κι ηλιοφώτιστη οδό Πλάτωνος.

Έχω την αίσθηση ότι, αν κάποτε αποφάσιζα να διεκδικήσω κληρονομικά δικαιώματα στα αναγραφέντα υπάρχοντα (αυλές, διάδρομοι, φρουτόδεντρα, μαντρότοιχοι και ξώπορτες), με τόσες αποδείξεις μνήμης που έχω στα χέρια μου, ο δικαστής δύσκολα θα απέρριπτε τις αξιώσεις μου. Τέτοιες μέρες, λοιπόν, η κοινοκτημοσύνη γινόταν ακόμα πιο έντονη. Κι όχι μόνο στα έξω μας, αλλά τώρα εξίσου και στα μέσα μας. Κι όλα έπαιρναν το ίδιο ανάστημα: η ίδια κατάνυξη, οι ίδιες προτεραιότητες, το ίδιο σκιαγράφημα στη χριστιανική μελαγχολία μας, ίδια η προσδοκία της Ανάστασης. Κι όλος αυτός ο πληθωρισμός στο συναίσθημα απογειωνόταν εκεί κοντά στο σούρουπο. Ήταν (και παραμένει, αλλά εγώ τώρα το καταγράφω με τους απόηχους  από το «κάποτε») μοναδικό κι αξεπέραστο το Μεγαλόβραδο. Εκείνα τα υπέροχα ηδύσματα (= μελωδίες, ψαλμωδίες), με τις ρυθμικές, εννοιολογικές, γραμματικοσυντακτικές  και νοηματικές κορυφώσεις τους, και τον σύγχρονο μετασχηματισμό του λόγου σε εικόνα και παράσταση, με την ζωή εν τάφω, το γλυκύ έαρ και το γλυκύτατο τέκνον, την εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυναίκα, τον κεκοσμημένο νυμφώνα και πάνω – πάνω τον εκ νεκρών αναστάντα Χριστό, και μέγα πλήθος από παρόμοια θαυμάσια ακούσματα κι εικονίσματα, μας σημάδεψαν  εξ απαλών ονύχων, μην πω κι από την κούνια μας. Όχι ενσυνείδητα, αλλά, υποθέτω, εξαιτίας μιας  φυσικής στον άνθρωπο πρώιμης αντιληπτικής διαίσθησης.

Κι έκτοτε, όλα αυτά – σιωπηλά και διακριτικά – συμπορεύονται. Είναι αναμφισβήτητα μεγαλειώδες το κεφάλαιο αυτό της Ορθοδοξίας μας, που – πέραν του δογματικού φορτίου και της πνευματικής διάστασης – αφορά στο μέσον μετάδοσης, δηλ. στο ύφος και το ήθος του λεξιλογίου της, με τις διατυπώσεις, τις κυριολεξίες και τις συνδηλώσεις τους. Και κάθε ΜεγαλοΠαρασκευή, όσων χρονών και να είμαστε, μας συμφέρει – μιλάω για την κλάση μου και τα περίχωρα – πάλι ως παιδιά ν’ ατενίζουμε τις μυροφόρους γυναίκες που έρχονται, και κάθε Ανάσταση, πάλι ως παιδιά να εισπράττουμε το «Σήμερον σωτηρία τω κόσμω γέγονεν». Γιατί, αν μεγαλώσουμε σ’ αυτό το κεφάλαιο, τούτο «ου σοφία αλλά μωρία φανήσεται», ή, με άλλη διατύπωση, θα είναι σα να έχουμε βάλει οι ίδιοι τα χεράκια μας και μόνοι να έχουμε βγάλει τα ματάκια μας.

Καλή Λαμπρή, Καλή Ανάσταση!

 

Από την έντυπη έκδοση “ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ”