ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΖΕΡΑΒΙΝΗΣ: «Όταν ξεκουμπίστηκαν οι Γερμανοί οι «μιαιφόροι»»

Φθινόπωρο 1944. Χαρµόσυνος ακούγεται ο ήχος της καµπάνας. Φεύγαν οι Γερµανοί. Στη φευγάλα τους κατέστρεψαν ό,τι µπορούσαν, σκυλιά µίσους και κακίας µείνανε ως την τελευταία στιγµή. Ξωπίσω τους οι αντάρτες πρόλαβαν µερικές καταστροφές όµως το θανατικό, τα ερείπια και η συµφορά από τούτο το πέρασµα των βαρβάρων, ήταν κάτι που χρόνια ολόκληρα δεν θα µπορούσε να ξεπεραστεί.

Γεώργιος Τζεραβίνης
Καθηγητής

Φεύγαν οι Γερµανοί. Μείναν όµως πολλές πόρτες κλειστές, αραχνιασµένες. Άδειο από ανθρώπους το εσωτερικό τους. Είχαν µεταφερθεί στο µακρινό Βορρά για ν’ αφήσουν την τελευταία τους πνοή στους θαλάµους των αερίων, στα στρατόπεδα του θανάτου. Τα άδεια Εβραϊκά σπίτια! Η κηλίδα η πιο µαύρη στην Ιστορία της ανθρωπότητας. Έξι εκατοµµύρια ψυχές! Γενοκτονία παράλογη, ανήκουστη, ανθρωποθυσία στο βωµό της µεγαλοµανίας ενός παρανοϊκού.

Σκοτεινά τα σπίτια, πλανιόνταν σιωπηλά φαντάσµατα σ’ ένα κόσµο που παραληρούσε από χαρά, σ’ έναν κόσµο έξαλλο, που στον ενθουσιασµό της ώρας ξέχασε την µεγάλη αδικία. Αργότερα, όταν σχεδόν κανένας δεν γύρισε να δώσει ψυχή στα άψυχα συνειδητοποίησαν όλοι τη φρίκη, ανατρίχιασαν µε το έγκληµα το αποτρόπαιο, το απίστευτο, που σκόρπισε δάκρυα, πένθη και δυστυχία.

Και να ήταν το µόνο; Εκατοµµύρια πολλά οι άλλοι νεκροί. Στις µάχες σ’ όλες τα µέτωπα, στις θάλασσες και στον αέρα! Νιάτα σκοτωµένα πάνω στον ανθό τους, πάνω στο γλυκό ξεκίνηµα της ζωής. Στην ηλικία της χαράς και του έρωτα, στην ηλικία των ονείρων για το µέλλον… ‘Αψυχα κουφάρια σπαρµένα σ’ όλο τον κόσµο ελπίδες που ποτέ δεν πραγµατοποιήθηκαν, φτερά που ποτέ δεν άνοιξαν διάπλατα ν’ απολαύσουν της ζωής το χαρούµενο πέταµα…

Κι άλλοι που σκοτώθηκαν στους βοµβαρδισµούς, που πέθαναν από πείνα, άµαχοι, γέροι και νήπια, γυναίκες και παιδιά, ανώνυµο θλιβερό πλήθος.

Οι λεβέντες που εκτελέστηκαν παλεύοντας για τη λευτεριά, που πέθαναν φωνάζοντας το στερνό τους «Ζήτω» για την πατρίδα, που δώσαν τη ζωή τους αγόγγυστα για να’ ρθει τούτη η µέρα η χιλιόµορφη κι’ ας µην είναι οι ίδιοι ζωντανοί να τη χαρούν.

Ασύλληπτα µεγάλος αριθµός των απόντων σε τούτο το προσκλητήριο της χαράς! Κι’ όµως για λίγο τους ξεχνούσαν όλοι και πανηγύριζαν. ∆ίκιο είχαν. Σε µια τέτοια λαµπερή µέρα πολυπόθητη, δεν χωρούσαν λύπες, κλάµατα και προβληµατισµοί. Αργότερα θα γινόταν ο απολογισµός. Τώρα όλοι γελούσαν και φιλιόντουσαν, τραγουδούσαν και χόρευαν στους δρόµους αγκαλιασµένοι, πατώντας τα φθινοπωριάτικα φύλλα.

Τώρα ήταν η λευτεριά που είχε ξεσηκώσει το είναι τους στο τρελό ξεφάντωµα της αι-   σιοδοξίας.

Οι πληγές θα γιατρεύονταν αργότερα σιγά – σιγά, µε αγάπη, µε καλοσύνη. Αρκεί που το θεριό λάκισε, έφυγε οριστικά και ήταν µατωµένο, ετοιµοθάνατο.

Και οι ζωντανοί έχουν γερές µνήµες και θα θυµούνται, θα τιµούν αυτούς που δώσανε, θα διηγούνται στους νεότερους και θα τους διδάσκουν:

Ότι κάτω από τον ήλιο έχουν θέση όλοι οι λαοί είτε λευκοί είναι αυτοί είτε µαύροι είτε κίτρινοι και κανείς δεν έχει δικαίωµα να κάνει χρήση της υλικής του δύναµης, εξαπολύοντας επιθετικούς πολέµους για να επιβάλει την άνοµη εκγληµατική θέλησή του.

Ο πόλεµος είναι ολέθριο κακό και πληγή της ανθρωπότητας.

 

Υ.Γ. Ο Άρης ο Θεός του πολέµου   ονοµαζόταν από τους Αρχαίους και «µιαιφόρους» (δολοφόνος).

Από την έντυπη έκδοση «ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ»